ΥΓΙΕΙΝΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

ΑΡΘΡΑ ΓΙΑ ΒΙΤΑΜΙΝΗ D

ΒΙΤΑΜΙΝΗ D - Η ΒΙΤΑΜΙΝΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ.
ΒΙΤΑΜΙΝΗ D
Αν σας έλεγαν ότι υπάρχει ένα «φάρμακο» το οποίο μπορεί να κτίζει γερά οστά, να δυναμώνει το ανοσοποιητικό σας σύστημα και να μειώνει τον κίνδυνο για διαβήτη, καρδιοπάθειες, καρκίνο και Αλτσχάϊμερ και αυτό μάλιστα δωρεάν, θα το πιστεύατε; Κι’ όμως, αρκετοί επιστήμονες πιστεύουν ότι το φάρμακο αυτό ήδη υπάρχει και είναι η βιταμίνη D ή αλλιώς η «βιταμίνη του ήλιου».

Τι είναι η Βιταμίνη D;
Η βιταμίνη D είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη η οποία σχηματίζεται στον οργανισμό κυρίως μέσω της απορρόφησης της ηλιακής υπεριώδους ακτινοβολίας από το δέρμα, αλλά και από ορισμένες τροφές πλούσιες σε βιταμίνη D.
Οι δύο μορφές (μεταβολίτες) της βιταμίνης D είναι η εργοκαλσιφερόλη (βιταμίνη D2) η οποία περιλαμβάνεται στις τροφές και η χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3) η οποία παράγεται στο δέρμα μέσω της έκθεσης του από την υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου. Στην πραγματικότητα όμως δεν πρόκειται για βιταμίνη αλλά για μία προ-στεροειδή ορμόνη, η οποία έχει άμεση δράση στα γονίδια μας.
Το τελικό προϊόν του μεταβολισμού της, η Καλσιτριόλη (1,25-dihydroxyvitamin D), είναι μια σεκοστεροειδής ορμόνη που αλληλεπιδρά με περισσότερα από 2,500 γονίδια στο ανθρώπινο σώμα.
Μία μελέτη που πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία δύο από τα σπουδαιότερα πανεπιστήμια του κόσμου, του Harvard και του UCLA της Καλιφόρνιας, συμπέρανε ότι η παρουσία της βιταμίνης D είναι απαραίτητη για να μπορούν τα κύτταρα να έχουν πρόσβαση στη «βιβλιοθήκη» του DNA. Στη συγκεκριμένη μελέτη αποδείχθηκε για πρώτη φορά το 2006, ότι ενώ τα λευκά αιμοσφαίρια του οργανισμού έχουν καταγεγραμμένη την πληροφορία στο DNA τους για την αντιμετώπιση του βακίλου της φυματίωσης, δεν μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν χωρίς την παρουσία της βιταμίνης D. Στο DNA μας υπάρχουν όλες οι πληροφορίες που χρειάζονται τα κύτταρα μας για να επιβιώσουν, ανάλογα με τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν κάθε φορά. Η λειτουργία της διεκπεραιώνεται από υποδοχείς οι οποίοι ρυθμίζουν πάνω 2,500 γονίδια, τα οποία κωδικοποιούν πολλές πρωτεΐνες και παίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση, στη διαφοροποίηση και στον πολλαπλασιασμό των κυττάρων. Εκτός από τους υποδοχείς οι οποίοι βρίσκονται στο έντερο και στα οστά, έχουν προσδιοριστεί υποδοχείς της βιταμίνης D και στον εγκέφαλο, στον προστάτη, στον μαστό, στο κόλον, σε κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος καθώς και στους αγγειακούς και καρδιακούς μυς.

Φαίνεται λοιπόν, πως η βιταμίνη D είναι το κλειδί για την ενεργοποίηση των γονιδίων μας.
Η πιο γνωστή, μέχρι πρόσφατα, δράση της βιταμίνης D είναι η αύξηση της απορρόφησης του ασβεστίου και του φωσφόρου από το έντερο για τη διαμόρφωση και τη διατήρηση υγιών οστών καθώς και για την ενίσχυση της νευρομυϊκής λειτουργίας. Ακόμη όμως και εάν υπάρχει μια πλούσια διατροφή σε ασβέστιο, χωρίς ικανοποιητική βιταμίνη D το ασβέστιο δεν μπορεί να απορροφηθεί. Πρόσφατες μελέτες, αλλά και αρκετές άλλες που βρίσκονται σε εξέλιξη, παρουσιάζουν συνεχώς και νέα στοιχεία στα οποία η βιταμίνη D φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στη συνολική υγεία, επειδή βοηθά στη μείωση των φλεγμονών, στην καλή ρύθμιση και ενδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος, στην ανάπτυξη των κυττάρων και στον έλεγχο του σακχάρου στο αίμα. Από τον Απρίλιο του 2008, διακεκριμένοι καθηγητές Αμερικανικών Πανεπιστημίων, με ανοικτή επιστολή τους, καλούσαν την επιστημονική κοινότητα σε δράση για τη διάδοση της επίδρασης της βιταμίνης D, όχι μόνο για την οστεοπόρωση, αλλά και σε μια σειρά άλλων σοβαρών παθήσεων, όπως διαφόρων ειδών καρκίνου, διαβήτη, πολλαπλής σκλήρυνσης και άλλων ασθενειών.
Η ενέργεια αυτή είχε την υποστήριξη και από έγκριτες εφημερίδες όπως η Washington Post, αλλά και από διάφορα άρθρα.
Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D λαμβάνει σήμερα διαστάσεις επιδημίας. Παρότι τα περισσότερα τρόφιμα είναι εμπλουτισμένα με βιταμίνη D, οι ειδικοί λένε πως σπανίως μπορεί να προσλάβει κάποιος τις απαιτούμενες ποσότητες μέσω του φαγητού. Είναι επομένως προφανές ότι η διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων βιταμίνης D στον οργανισμό διαδραματίζει βασικό ρόλο στην πρόληψη συγκεκριμένων τύπων καρκίνου, διαβήτη, καρδιαγγειακών παθήσεων, υπέρτασης, πολλαπλής σκλήρυνσης, ρευματοειδούς αρθρίτιδας, λοιμώδη νοσήματα και άλλων προβλημάτων υγείας. (βλέπε σχετικές επιστημονικές μελέτες για τη βιταμίνη D). Υπολογίζεται σήμερα ότι 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι έχουν ανεπάρκεια βιταμίνης D με εμφανής επιπτώσεις τόσο στην υγεία τους όσο και στην ποιότητα της ζωής τους.

Πηγές Βιταμίνης D;
Ο ανθρώπινος οργανισμός μπορεί να συνθέσει το 90% της βιταμίνης D μέσω της υπεριώδους ακτινοβολίας του ήλιου και μόνο το 10% μέσω των τροφών. Με εξαίρεση τα λιπαρά ψάρια, το συκώτι και το αυγό, τα υπόλοιπα τρόφιμα περιέχουν ελάχιστη βιταμίνη D. Μερικές τροφές (γάλα, χυμός πορτοκαλιού, δημητριακά) μπορούν να ενισχυθούν με βιταμίνη D αλλά σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Σε πολλές βιομηχανικές χώρες εμπλουτίζονται με βιταμίνη D κάποια επιλεγμένα τρόφιμα.
Τα επίπεδα της βιταμίνης D μπορούν να αυξηθούν όμως σημαντικά από την έκθεση στο ηλιακό φως. Θεωρητικά, η καθημερινή έκθεση στον ήλιο για μερικά λεπτά είναι σε θέση να καλύψει τις ημερήσιες ανάγκες του οργανισμού στη συγκεκριμένη βιταμίνη.
15-20 λεπτά έκθεσης στο ηλιακό φως από τις 10 πμ μέχρι τις 2 μμ, χωρίς αντηλιακό, 3 φορές την εβδομάδα είναι ικανό χρονικό διάστημα ώστε να παράσχει στον οργανισμό την απαιτούμενη ποσότητα βιταμίνης D. Το διάστημα αυτό ο οργανισμός μπορεί να παράξει 10.000 μέχρι με 20.000 μονάδες (IU) βιταμίνης D. Ωστόσο, ιδιαίτερα τον χειμώνα, πολλά άτομα δεν προσλαμβάνουν επαρκή ποσότητα βιταμίνης D μέσω της ηλιακής ακτινοβολίας.
Η ικανότητα επίσης, της παραγωγής βιταμίνης D από τον οργανισμό μειώνεται με τα χρόνια, με αποτέλεσμα η έλλειψή της να είναι κοινή στις μεγαλύτερες ηλικίες, χωρίς ωστόσο να είναι σπάνιες και οι περιπτώσεις ανεπάρκειας βιταμίνης D και σε νεαρότερα άτομα. Επίσης, τα αντηλιακά τα οποία είναι σημαντικά για την προστασία από τον καρκίνο του δέρματος, εξαιτίας της ηλιακής ακτινοβολίας, από την άλλη παρεμποδίζουν σημαντικά τον σχηματισμό της βιταμίνης D.
Άλλοι παράγοντες που επιδρούν αρνητικά στον σχηματισμό βιταμίνης D από το δέρμα είναι, η μελανίνη του δέρματος η οποία δρα σαν φίλτρο κατά της υπεριώδους ακτινοβολίας, η μόλυνση της ατμόσφαιρας και η τρύπα του όζοντος και περιοχές με γεωγραφικό πλάτος μεγαλύτερο από 35°.
Όπως αναφέρει ο καθηγητής Ορθοπεδικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Οστεοπόρωσης κ. Γιώργος Λυρίτης, «η έλλειψη βιταμίνης D στην Ελλάδα είναι συχνή, ειδικά στα παιδιά και στους υπερηλίκους. Οι βασικοί λόγοι του προβλήματος είναι δύο: 1) Το γεωγραφικό πλάτος της Ελλάδας (34°-41°) δεν επιτρέπει επαρκή υπεριώδη ακτινοβολία, ιδίως τους χειμερινούς μήνες. 2) Η κύρια πηγή λήψης λιπαρών τροφών στην χώρα μας, δηλαδή το ελαιόλαδο, δεν περιέχει βιταμίνη D.»
Σύμφωνα επίσης, με τον καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Βοστόνης και συγγραφέα πολλών βιβλίων σχετικά με τη βιταμίνη D, Dr. Michael F. Holick, «μικρά διαλείμματα έκθεσης στον ήλιο 3 φορές την εβδομάδα χωρίς αντηλιακή προστασία αποδεικνύονται ακόμη πιο αποτελεσματικά. Βάζω πάντα αντηλιακό στο πρόσωπο, όπου εμφανίζονται οι περισσότεροι καρκίνοι του δέρματος», λέει ο Dr. Holick, για να συμπληρώσει στη συνέχεια ότι αφήνει απροστάτευτα τα πόδια και τους ώμους του 15-20 λεπτά προτού βάλει κι εκεί αντηλιακό. Στο διάστημα αυτό, το σώμα μπορεί να παράγει έως και 4.000 IU βιταμίνης D, ποσότητα ίση με αυτή που προσφέρει η κατανάλωση 40 ποτηριών πλήρους γάλατος.

Ποιοί διατρέχουν κίνδυνο για έλλειψη Βιταμίνης D;
•Άτομα με περιορισμένη έκθεση στο φως του ήλιου.
•Υπερβολική χρήση αντηλιακών.
•Άτομα με σκουρόχρωμο δέρμα.
•Η αστικοποίηση και η τάση της εργασίας σε κλειστούς χώρους, καθώς και κάποιες συνήθειες ένδυσης σε ορισμένους λαούς.
•Βρέφη που θηλάζουν και παιδιά που βρίσκονται στην ανάπτυξη.
•Οι έγκυες γυναίκες και αυτές που θηλάζουν.
•Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, οι οποίες έχουν αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης.
•Άτομα μεγαλύτερα των 50 ετών, επειδή η ικανότητα σύνθεσης της βιταμίνης D μειώνεται με την ηλικία.
•Άτομα με παθήσεις δυσαπορρόφησης λίπους όπως κοιλιοκάκη, νόσος του Crohn, κυστική ίνωση και παγκρεατίτιδα.
•Άτομα με ηπατικές και νεφρικές παθήσεις ή ενζυμικές ανεπάρκειες.
•Άτομα που ζουν στο βόρειο ημισφαίριο (γεωγραφικό πλάτος μεγαλύτερο από 35°) ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
•Υποπαραθυρεοειδισμός
•Παχύσαρκα άτομα.

Ποιοι οι κίνδυνοι από έλλειψη Βιταμίνης D;
Διάφορες επιστημονικές μελέτες έχουν συνδέσει την έλλειψη ή την ανεπάρκεια της βιταμίνης D με τις πιο κάτω παθήσεις :
•Στα παιδιά μπορεί να προκαλέσει Ραχίτιδα, μια πάθηση των οστών που οδηγεί σε κακή ανάπτυξη με αδύνατα οστά, καθυστερημένη ανάπτυξη και ανοσοανεπάρκεια.
•Στους ενήλικες μπορεί να έχει επίσης επιπτώσεις στην καλή υγεία των οστών προκαλώντας Οστεομαλακία και Οστεοπόρωση. Περίπου 6% των ανδρών και περισσότερο από 20% των γυναικών άνω των 50 ετών πάσχουν από οστεοπόρωση, ενώ 1 στους 5 άνδρες και 1 στις 3 γυναίκες θα υποστούν ένα οστεοπορωτικό κάταγμα μετά την ηλικία των 50. Επίσης, το 75% των γυναικών που έχουν οστεοπόρωση δεν το γνωρίζουν.
•Η ανεπάρκεια βιταμίνης D, μπορεί να οδηγήσει νεογέννητα και μικρά παιδιά για το υπόλοιπο της ζωής τους με κίνδυνο ανάπτυξης Ρευματοειδούς αρθρίτιδας, Διαβήτη, Πάρκινσον, Αλτσχάϊμερ, Πολλαπλής Σκλήρυνσης, φλεγμονές του εντέρου, όλα εξαιτίας της κακής λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος.
•Άτομα με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D μπορεί να αναπτύξουν καρκίνο του ορθού και εντέρου, του ενδομητρίου, του μαστού, του δέρματος, του παγκρέατος, του προστάτη ή λέμφωμα.
•Χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D έχουν συνδεθεί με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις όπως υπέρταση, έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλική συμφόρηση, καρδιακή ανεπάρκεια καθώς και με διαβήτη.

Ποιοι οι κίνδυνοι από υπερβιταμίνωση Βιταμίνης D;
Πολλές φορές (αν και σπανιότερα) παρουσιάζονται περιστατικά τοξικότητας από υπερβολική λήψη βιταμίνης D. Μερικά συμπτώματα της τοξικότητας αυτής είναι τα αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα που προκαλείται από την αυξημένη εντερική απορρόφηση του ασβεστίου, με απώλεια οστού και σχηματισμό πετρών στα νεφρά.
Η τοξικότητα της βιταμίνης D είναι γνωστό ότι αποτελεί αιτία της υψηλής πίεσης του αίματος.
Τα γαστρεντερικά συμπτώματα της τοξικότητας της βιταμίνης D μπορεί να περιλαμβάνουν ανορεξία, ναυτία και έμετο. Αυτά τα συμπτώματα συχνά ακολουθούνται από πολυουρία, πολυδιψία, αδυναμία, νευρικότητα, κνησμός (φαγούρα), και τελικά νεφρική ανεπάρκεια. Άλλες μελέτες έδειξαν αυξημένο κίνδυνο ισχαιμικής καρδιοπάθειας εξαιτίας της ασβεστοποίησης των αγγείων. Επομένως, η χορήγηση βιταμίνης D χωρίς προηγούμενη μέτρηση των επιπέδων της, μπορεί να οδηγήσει σε τοξικότητα με ανεπιθύμητα αποτελέσματα.

Πόση Βιταμίνη D χρειάζεται ο οργανισμός;
Σύμφωνα με διάφορες έρευνες οι ειδικοί προτείνουν τα πιο κάτω επίπεδα ως ενδεικτικά για:
Έλλειψη: < 10 ng/ml
Ανεπάρκεια: 10-30 ng/ml
Επάρκεια: 30-100 ng/ml
Τοξικότητα: > 100 ng/ml

Μετρήστε και βελτιώστε τα επίπεδα της Βιταμίνης D;
Η ακριβής εκτίμηση και αξιολόγηση των επιπέδων της βιταμίνης D στηρίζεται στη μέτρηση των επιπέδων της ΟΛΙΚΗΣ βιταμίνης D (25-OH Vitamin D). Από το έντερο η βιταμίνη D οδεύει προς το ήπαρ, όπου υδροξυλιώνεται και μετατρέπεται σε 25-υδροξυβιταμίνη D (25-OH Vitamin D), που είναι το μόριο το οποίο μετράται και πάνω στο οποίο βασίζεται η σωστή εκτίμηση για τα επίπεδα της επάρκειας ή της ανεπάρκειας της βιταμίνης D στον οργανισμό.
Πολλές φορές γίνεται μέτρηση της 1,25-διυδροξυβιταμίνης D (1,25-OH Vitamin D). Η εξέταση αυτή δεν αντανακλά το σύνολο της ολικής βιταμίνης D, επειδή είναι ένας πολύ ευμετάβλητος δείκτης και η τιμή της αυξομειώνεται με την πρόσληψη ασβεστίου. Επιπρόσθετα, όταν η τιμή της ΟΛΙΚΗΣ 25-υδροξυβιταμίνης D είναι χαμηλή, ο οργανισμός μας την αντισταθμίζει αυξάνοντας την ποσότητα της 1,25-διυδροξυβιταμίνης D. Έτσι, μια αυξημένη τιμή της 1,25-διυδροξυβιταμίνης D μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη εκτίμηση επάρκειας βιταμίνης D στον οργανισμό, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ανεπάρκεια.

Αυτή τη στιγμή η εξέταση με τη μεγαλύτερη συχνότητα που ζητείται από τους γιατρούς στις ΗΠΑ είναι η μέτρηση της ΟΛΙΚΗΣ βιταμίνης D στο αίμα.
Η εξέταση της ΟΛΙΚΗΣ βιταμίνης D (Total 25-OH Vitamin D) της εταιρείας DiaSorin μετρά τα επίπεδα της ΟΛΙΚΗΣ βιταμίνης D (25-OH Vitamin D, με μια πλήρως αυτοματοποιημένη μέθοδο (LIAISON) επιτρέποντας έτσι τον ακριβή και γρήγορο προσδιορισμό των επιπέδων της και συνεπώς τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της θεραπείας. Επιπρόσθετα, η εξέταση της εταιρείας DiaSorin είναι εγκεκριμένη από το Food and Drug Administration (FDA) και έχει χρησιμοποιηθεί για τον καθορισμό των επιπέδων αναφοράς της βιταμίνης D.
Συνεπώς, η διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων βιταμίνης D στον οργανισμό, μέσω της εξέτασης της ΟΛΙΚΗΣ βιταμίνης D, είναι σημαντική για την προστασία και τη διατήρηση της καλής υγείας και της βελτίωσης της ποιότητας της ζωής, βοηθώντας ταυτόχρονα και στην πρόληψη διαφόρων παθολογικών καταστάσεων.
Για αναζήτηση του άρθρου : http://www.chem-lab.com.cy/el/themata-ygeias/bitaminh-bitaminh-hlioy

ΒΙΤΑΜΙΝΗ D ΚΑΙ ΑΥΤΟΑΝΟΣΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ.

Βιταμίνη D και αυτοάνοσα νοσήματα.
Ο ανοσοτροποποιητικές δράσεις της βιταμίνης D είναι αναγνωρισμένες τα τελευταία 50 χρόνια. Παρά τούτο μόνο πρόσφατα άρχισε να γίνεται κατανοητή η σημασία αυτού του γεγονότος για την ομαλή λειτουργία του σώματος [1].
Είναι γνωστός από παλιά ο ρόλος της βιταμίνης D στο μεταβολισμό των οστών. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η βιταμίνη D εκτός από την κλασσική οστεοπροστατευτική της δράση, ασκεί ανοσορρυθμιστική, αντιπολλαπλασιαστική  και προδιαφοροποιητική δράση , που επιτυγχάνεται μέσω ενδοκυτταρίων υποδοχέων  της βιταμίνης D [intracellular receptors of the vitamin (VDR)] [2].
Βάσει αυτών των δραστηριοτήτων της, η βιταμίνη D  φαίνεται ότι προλαβαίνει το ξεκίνημα μερικών καρκίνων (παχέος εντέρου, μαστού, προστάτη, κλπ) και τελικά παίζει κάποιο ρόλο στην εξέλιξη μερικών δερματοπαθειών , όπως η ψωρίαση και η ατοπική δερματίτιδα.
Είναι πολύ καλά γνωστό ότι η παρουσία πολύ χαμηλών επιπέδων βιταμίνης D  σχετίζονται  με τον πολυμορφισμό του γονιδίου του υποδοχέα της βιταμίνης D [VDR gene], που μπορεί να σχετίζεται με μερικές φλεγμονώδεις νόσους . Βάσει των παραπάνω δεδομένων οι κύριοι μεταβολίτες της βιταμίνης D [25-υδροξυβιταμίνη D3 και 1,25-διδροξυβιταμίνη D3] αποτελούν κλινικούς σηματοδότες ορισμένων χρονίων και αυτοάνοσων νόσων [1].
Η βιταμίνη D  ανακόπτει τις ανοσοαντιδράσεις γενικώς, αλλά ενισχύει τη μεταγραφή των ενδογενών αντιβιοτικών , όπως η καθελσιδίνη και οι ντεφενσίνες [3].
Η βιταμίνη D ανακόπτει τη γένεση των νόσων που δημιουργούνται με τη μεσολάβηση των  Th1 και Th2-λεμφοκυττάρων [4].
Η πλειοτροπικές δυνατότητες δράσης της βιταμίνης D οφείλονται στην τροποποίηση της μεταγραφής εκατοντάδων γονιδίων. Γιαυτό η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D3, όπως τούτο αναφέρεται στις πλείστες σχετικές μελέτες, περιόρισε την επίπτωση του άσθματος [5].
Πρόσφατα έχει αναφερθεί ότι η παγκόσμια αύξηση των αλλεργικών νόσων, όπως του άσθματος, της αλλεργικής ρινίτιδας και της τροφικής αλλεργίας σχετίζεται με την παρουσία χαμηλών συγκεντρώσεων βιταμίνης D στον οργανισμό [6].
Οι Th1-εξαρτώμενες αυτοάνοσές νόσοι (π.χ. η πολλαπλή σκλήρυνση, ο διαβήτης Τύπου 1, νόσο του Crhon, ρευματοειδής αρθρίτιδα κλπ) ανακόπτονται από τη βιταμίνη  D , διότι ανακόπτεται η η αντιγονική παρουσίαση, περιορίζεται η πολικότητα των  Th0 λεμφοκυττάρων προς  Th1 λεμφοκύτταρα και περιορίζεται η παραγωγή κυτταροκινών από τα Th1 λεμφοκύτταρα [4].
Η βιταμίνη D φαίνεται επίσης να αποτελεί έναν χρήσιμο πρόσθετο θεραπευτικό παράγοντα για την πρόληψη της απόρριψης αλλομοσχευμάτων [7].
Επίσης η χορήγηση της βιταμίνη D μπορεί να είναι χρήσιμη στην πρόληψη ή τη συμπληρωματική θεραπεία της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας [8, 4].
Οι υπάρχουσες μέχρι τώρα επιδημιολογικές μελέτες υπογραμμίζουν την ύπαρξη ισχυρής σχέσης μεταξύ της υποβιταμίνωσης D και του υψηλότερου κινδύνου εκδήλωσης χρονίων νόσων διαφόρων αιτιολογιών, περιλαμβανομένων των αυτοάνοσων νοσημάτων. Επιδημιολογικές, γενετικές και βασικές μελέτες περιγράφουν τον πιθανό ρόλο της βιταμίνης D στην παθογένεση ορισμένων συστηματικών και αυτοανόσων νοσημάτων ειδικών οργάνων. Αυτές οι μελέτες επιδεικνύουν ότι υπάρχει σχέση μεταξύ των χαμηλών επιπέδων της βιταμίνης  D και της επίπτωσης αυτών των νόσων.
Επιπρόσθετα, ο πολυμορφισμός των υποδοχέων της βιταμίνης D που παρατηρείται σε μερικές από αυτές τις αυτοάνοσες νόσους μπορεί να υποστηρίξει την πιθανή ύπαρξη παθογενετικής σχέση τους.
Είναι αξιοσημείωτο ότι για μερικά από τα αυτοάνοσα νοσήματα δεν υφίσταται επιβεβαιωμένη συσχέτισή τους με τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D. Ενώ έχουν βρεθεί υποβιταμινικά επίπεδα D, σε σύγκριση προς υγιή άτομα, σε άλλες συστηματικές αυτοάνοσες νόσους, όπως π.χ. ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, κλπ και σε ειδικές για όργανα αυτοάνοσες νόσους, όπως π.χ. η πολλαπλή σκλήρυνση, ο σακχαρώδης διαβήτης, η πρωτοπαθής χολική κίρρωση , κλπ, στις οποίες έχουν βρεθεί χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D.
Γιαυτό είναι χρήσιμη η συμπλρωματική χορήγηση βιταμίνης D3 [D3-Gkelin drops] στους ασθενείς που πάσχουν από αυτές τις νόσους. Χρειάζεται να γίνουν επιπλέον έρευνες για την ανακάλυψη των μηχανισμών μέσω των οποίων  η βιταμίνη D επηρεάζει την αυτοανοσία [9].
Προέχουσα θέση μεταξύ αυτών των αυτοάνοσων νόσων που μπορούν να επηρεαστούν από τις συγκεντρώσεις της βιταμίνης D στον οργανισμό  έχουν η σκλήρυνση κατά πλάκας, ο διαβήτης τύπου 1, οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου (ελκώδης κολίτιδα, νόσος  του Crohn) [10].
Πολύ πρόσφατες όμως μελέτες αναφέρουν ότι λοιμώξεις, όπως η φυματίωση συνδέεται με την παρουσία χαμηλών συγκεντρώσεων επιπέδων25-υδροξυβιταμίνης στον ορό [11].
Η 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D3 [1,25(OH)(2)D3] (ένας από τους κύριους μεταβολίτες της βιταμίνης D3) είναι μια βιολογικά δραστική μορφή της βιταμίνης D3. Πρόκειται για μια σεκοστεροειδική ορμόνη, που είναι απαραίτητη για την ομοιοστασία των μεταλλικών στοιχείων των οστών.
Εκτός όμως από αυτή την ιδιότητα ρυθμίζει την ανάπτυξη και τη διαφοροποίηση πολλαπλών κυτταρικών τύπων και επιδεικνύει ανοσορρυθμιστικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.
Η ανοσορρυθμιστική λειτουργία της βιταμίνης D θεωρείται ότι παίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της υγείας.
Τα κύτταρα του προσαρμοστικού ανοσοσυστήματος, που είναι συστηματικά κύτταρα υψηλής εξειδίκευσης, έχει αποδειχτεί ότι είναι άμεσοι στόχοι των μεταβολιτών της βιταμίνης D.
Εκτός από αυτό το γεγονός τα κύτταρα του προσαρμοστικού συστήματος εκφράζουν τα ένζυμα που συμμετέχουν στο μεταβολισμό της βιταμίνης D, καθιστώντας τα ικανά να μετατρέπουν τοπικά την 25(ΟΗ)D στον ενεργό μεταβολίτη της 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D [1,25(OH)(2)D]•[1].
Μεταξύ των κυττάρων, που συμμετέχουν στις έμφυτες και τις προσαρμοστικές ανοσοαποκρίσεις περιλαμβάνονται τα μακροφάγα, δενδριτικά, Τ και Β-λεμφοκύτταρα, τα οποία εκφράζουν υποδοχείς της βιταμίνης D και μπορούν ταυτόχρονα να παράγουν και να αποκρίνονται προς την 1,25(OH)(2)D(3). Το τελικό απότέλεσμα του συστήματος της βιταμίνης D στην ανοσοαπόκριση είναι η ενίσχυση της έμφυτης ανοσίας που συνδέεται με την πολυπαραγοντική ρύθμιση της προσαρμοστικής ανοσίας [3].
Μηχανισμοί όπως ο παραπάνω είναι σημαντικοί για την προαγωγή των των αντιμικροβιακών αποκρίσεων των παθογόνων μικροοργανισμών προς τα μακροφάγα και για την ωρίμανση των δενδριτικών κυττάρων που μεταφέρουν και παρουσιάζουν αντιγόνα. Αυτό το γεγονός μπορεί να είναι η οδός κλειδί δια της οποίας η βιταμίνη D ελέγχει τα Τ-λεμφοκύτταρα. Παρά τούτο τα Τ-λεμφοκύτταρα ασκούν επίσης άμεσες αποκρίσεις προς την 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D και ιδιαίτερα στην ανάπτυξη των κατασταλτικών ρυθμιστικών κυττάρων[1].
Πειραματικά δεδομένα in vitro δείχνουν ότι η βιταμίνη D κάνει τα κύτταρα του προσαρμοστικού ανοσοσυστήματος να παράγουν ανοσοανοχή ,που μπορεί να την εκμεταλλευτεί κανείς στη θεραπεία των αυτοάνοσων νόσων.
Παρά τούτο θα πρέπει να σημειωθεί αυτά τα αποτελέσματα που προέκυψαν από την in vitro μελέτη μπορεί να διαφέρουν in vivo λόγω της επικοινωνίας που αναπτύσσεται μεταξύ διαφόρων κυττάρων που είναι ευαίσθητα στη βιταμίνη D . Oι υπάρχουσες πληροφορίες υποστηρίζουν την άποψη ότι η βιταμίνη D συμμετέχει θετικά• στη διατήρηση ή στην αποκατάσταση της ανοσο-ομοιόστασης. Οι αναμενόμενες κλινικές μελέτες που γίνονται με συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D θα διευκρινίσουν περαιτέρω τα αποτελέσματα της in vivo δράσης της βιταμίνης D επί του ανοσοποιητικού συστήματος και της δυνατότητάς της να χρησιμοποιείται ως ανοσορρυθμιστικός παράγοντας στις αυτοάνοσες νόσους [2].
Οι επιδημιολογικές ενδείξεις δείχνουν μια σημαντική συσχέτιση μεταξύ της έλλειψης βιταμίνης D και αύξησης της συχνότητας διάφορων αυτοάνοσων νόσων. Η διαλεύκανση του φυσιολογικού ρόλου των ενδογενών αγωνιστών των υποδοχέων της βιταμίνης D (VDR) που αφορά τη ρύθμιση των αυτοάνοσων αποκρίσεων θα καθοδηγήσει στην ανάπτυξη φαρμακολογικών VDR αγωνιστών που θα χρησιμοποιηθούν κλινικά. Οι αντιπολλαπλασιαστικές, προδιαφοροποιητικές, αντιβακτηριδιακές, ανοσρρυθμιστικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες των συνθετικών VDR αγωνιστών θα μπορούσε να προωθήσει τη θεραπεία δια΄φορων αυτοάνοσων νόσων, από τη ρευματοειδή αρθρίτιδα μέχρι ον ερυθηματώδη λύκο και πιθανόν επίσης τη σκληρυνση κατά πλάκας , το διαβήτη τύπου Ι, τις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου και την αυτοάνοση προστατίτιδα [3].
Ουσιαστικές επιδημιολογικές έρευνες έχουν δείξει την ύπαρξη σχέσης μεταξύ των χαμηλών επιπέδων  συγκέντρωσης της βιταμίνης D  και του κινδύνου πρόκλησης πολλαπλής σκλήρυνσης (σκλήρυνσης κατά πλάκας), πράγμα που υποδηλώνει ότι η βιταμίνη D  είναι ένας από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες, που συμβάλει στην εκδήλωση αυτής της χρόνιας φλεγμονώδους νόσου του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Συμπερασματικά οι παραπάνω παρατηρήσεις δηλώνουν ότι η βιταμίνη D είναι ο παράγοντας κλειδί που συνδέει την έμφυτη ανοσία (innate immunity) με την προσαρμοστική ανοσία (adaptive immunity) και ότι αυτές οι δύο λειτουργίες μπορούν να τεθούν σε κίνδυνο κάτω από συνθήκες ανεπάρκειας βιταμίνης D [12]. Βασικές, γενετικές και επιδημιολογικές μελέτες περιγράφουν το δυνητικό ρόλο της βιταμίνης D στην πρόληψη των αυτοάνοσων νόσων [4].

Δοσολογία της συμπληρωματικής χορήγησης βιταμίνης D3
Επειδή η έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία Β δεν είναι εφικτή σε όλους και οι προσλαμβανόμενες ποσότητες βιταμίνης D3 από τις τροφές που την περιέχουν ή τις εμπλουτισμένες τροφές με βιταμίνη D3, είναι ανεπαρκείς, για την ομαλή λειτουργία του οργανισμού και την πρόληψη  χρονίων νοσημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα αυτοάνοσα νοσήματα, πρέπει νη βιταμίνη D3 να χρησιμοποιείται συμπληρωματικά, αφού πρώτα μετρώνται τα επίπεδα του κύριου μεταβολίτη της στον ορό, της 25-υδροξυβιταμίνης D3.
Ως έλλειψη βιταμίνης D3 ορίζονται τα επίπεδα της 25-υδροξυβιταμίνης D3  στον ορό  < 20 ng/mL, ως ανεπάρκεια επίπεδα 21-29 ng/mL και ως επάρκεια τα 30-100 ng/mL. Για την πρόληψη της έλλειψης βιταμίνης D3  τα παιδιά  < 1 έτους πρέπει να παίρνουν  400-1,000 IU/ημερησίως, τα παιδιά 1-18 ετών πρέπει να παίρνουν  600-1,000 IU/ημερησίως και οι ενήλικες  1,500-2,000 IU/ημερησίως [13].
Oι επιθυμητές συγκεντρώσεις της 25-υδροξυβιταμίνης D3 στους υγιείς πρέπει να είναι μεγαλύτερες από τα 30ng/ml, ενώ στους πάσχοντες από αυτοάνοσα νοσήματα πρέπει να φθάνουν τα 50-80ng/ml.
Ανάλογα λοιπόν με τα επίπεδα των συγκεντρώσεων στον ορό της 25-υδροξυβιταμίνης D3 ρυθμίζεται και η καθημερινή δοσολογία της.
Συνιστάται η μέτρηση των επιπέδων της 25-υδροξυβιταμίνης D3 τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο, στις αρχές του φθινοπώρου και τέλος άνοιξης. Στους πάσχοντες από κάποιο αυτοάνοσο νόσημα ο θεράπων ιατρός τους καθορίζει τη δοσολογία της βιταμίνης D3, η οποία μπορεί να φτάσει σε ορισμένες περιπτώσεις και τις 8000-10.000 ΙU ημερησίως. Tα σκευάσματα βιταμίνης D3 που κυκλοφορούν στο εμπόριο δεν έχουν όλα την ίδια απορροφησιμότητα από το έντερο.

Για αναζήτηση του άρθρου : http://www.pharmagel.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=138:-d-c&catid=42:generally&Itemid=62

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσοχή !!! Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται σε αυτό το blog έχουν ενημερωτικό σκοπό και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη συμβουλή κάποιου ειδικού σε θέματα διατροφής και υγείας. Προτού ξεκινήσεις κάποιο πρόγραμμα διατροφής ή κάποια θεραπεία, συμβουλέψου έναν διατροφολόφο ή έναν ιατρό ή άλλον ειδικό υγείας.
Google+